Κεντρική Σελίδα Photo Gallery Videos Links Επικοινωνία    
   Biography
ΙΣΡΑΗΛ / ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗ - ISRAEL / PALESTINE
  ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ
  ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ/ΨΗΦΙΣΜΑΤΑ - RESOLUTIONS
ΛΙΒΑΝΟΣ / LEBANON
  ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ/ΨΗΦΙΣΜΑΤΑ - RESOLUTIONS
ΑΛΒΑΝΙΑ 1997-2000
ΑΙΓΥΠΤΟΣ/EGYPT
ΣΥΡΙΑ/SYRIA
ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ - SUGGESTED ARTICLES
  Αρθρα κατά ημερομηνία
ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ - SUGGESTED ARTICLES
"Κάτι από τα παλιά" 16/4/2010
Το ταχύμετρο έδειχνε σταθερά 140 χιλιόμετρα εδώ και ώρα. Ταξίδευε σε μια σχεδόν άδεια εθνική οδό με συνοδοιπόρους στρατιωτικά οχήματα και κατοίκους των πόλεων που στέκουν στη μεθόριο του Ισραήλ με τη λωρίδα της Γάζας. Αραιά και που, όλο και κάποιος αργοπορημένος στρατιώτης ή μια φανταρίνα, που είχαν χάσει το λεωφορείο της γραμμής ύψωναν το χέρι στο πέρασμά του. Το auto stop ήταν μια δημοφιλής επιλογή των ισραηλινών πολιτών και απέφερε γρήγορα αποτελέσματα για να φτάσει κανείς στον προορισμό του.Είχαν απομείνει 70 χιλιόμετρα για τα σύνορα με τη Γάζα και από τα ηχεία του αυτοκινήτου, ο ήχος του Dizzy Gillespie υπερνικούσε τη φασαρία των 175 αλόγων ενός Pajero 3.000 κυβικών.

 

 

Αν και είχαν περάσει πολλά χρόνια από τη γνωριμία τους , εξακολουθούσε να φέρνει στο νού του εκείνη τη βραδιά.
 
Τέλη της δεκαετίας του 1980 στα πρώτα του δημοσιογραφικά βήματα. Μια συναυλία στο Λυκαβητό μια συνάντηση σε ένα υπόγειο καμαρίνι κάτω από τίς εξέδρες και λίγο μακρύτερα από την καντίνα του σταδίου.
Στο καμαρίνι δεκάδες άτομα περιτριγύριζαν τον καλύτερο εκφραστή της BeBop σχολής τη συγκεκριμένη περίοδο. Έστεκε καθισμένος στη γωνία ενός καναπέ. Κρατούσε την τρομπέτα στο δεξί του χέρι, φυσώντας κατα διαστήματα για να τσεκάρει τον ήχο.  Τη στιγμή εκείνη, ο νεαρός και άπειρος δημοσιογράφος, τον πλησίασε επιστρατεύοντας όλα τα αποθέματα θάρρους που διέθετε.
Έχοντας τον απόλυτο έλεγχο των κινήσεων του, συστήθηκε σε αυτόν υπενθυμίζοντάς του το ραντεβού για τη συνέντευξη, το οποίο είχε κλείσει με τον παραγωγό της συναυλίας. Δίχως να αφήσει περιθώριο αμφισβήτησης έθεσε αμέσως το ερώτημα: Θα κάνουμε τη συνέντευξη τώρα ή μετά το τέλος της συναυλίας;

"Μόλις μας φέρουν το καρπούζι" απάντησε χαμογελώντας ο Gillespie και τον κάλεσε να καθίσει σε μια καρέκλα δίπλα του.
Σχεδόν αυτόματα, οι όροι αντιστράφηκαν. Ο κύριος Γκιλέσπι - όπως τον αποκαλούσε -  αντιμετώπιζε τους δημοσιογράφους είτε παγερά αδιάφορα, δίνοντας λακωνικές απαντήσεις ή χανόταν μαζί τους, σε πολύωρες συζητήσεις που ξεκινούσαν από μια εικόνα ή μια ιδέα και κατέληγαν σε ένα κακοφωτισμένο, γεμάτο υγρασία υπόγειο στα τέλη του 1940, όπου μαζί με τον Τσάρλι Πάρκερ και τον Τελόνιους Μόνκ άνοιγαν μια νεα σελίδα στην ιστορία της μεταπολεμικής Τζαζ.
Δεν παινεύοταν ούτε για τη μουσική του ούτε για τον ίδιο. Αντίθετα, αρεσκώταν να μιλάει - όπως οι περισσότεροι αστέρες - για τα απρόοπτα στα ταξίδια, τη συμβίωση και τίς περιπέτειες, με τους μουσικούς, για τίς γεύσεις που τον γοήτευσαν ανά το κόσμο.

Ο όρος που αποτέλεσε συνώνυμο της τζαζ μουσικής σκηνής άκουγε στο όνομα  Jamming που σε ελεύθερη μετάφραση θα σήμαινε αυτοσχεδιασμός.
Ο αυτοσχεδιασμός ήταν αναπόσπαστο στοιχείο της προσωπικότητάς του Γκιλέσπι κι αυτό εκφράστηκε με τον  πλέον χαρακτηριστικό τρόπο εκείνη τη βραδυά.
Μόλις η πιατέλα με το καρπούζι έκανε την εμφάνισή της, ο Γκιλέσπι κατέβασε λαίμαργα ένα κομμάτι, πρόσφερε ένα και στο νεαρό δημοσιογράφο και τον ρώτησε τη γνώμη του για τη τζαζ εκείνης της περιόδου.
Οι γνώσεις του - τότε  δεκαεννιάχρονου νεαρού - στο κεφάλαιο της τζαζ ήταν ικανές.
Τα τελευταία τέσσερα χρόνια είχε ξοδέψει ότι χρήμα περνούσε από τα χέρια του σε συναυλίες και αναζήτηση των αυθεντικών ηχογραφήσεων σε βινύλιο, δημιουργώντας μια συλλογή πέντε χιλιάδων δίσκων με τζαζ και μπλούζ ήχους.

Μόνο που τώρα, απέναντί του έστεκε ο Ντίζι Γκιλέσπι. Όσο κι αν έχεις προετοιμαστεί, όπου κι αν φτάνει το θράσος κι η αυτοπεποίηθηση του καθενός υπάρχουν κάποιες στιγμές που νιώθεις ότι προκαλείς τη μοίρα σου και πως αυτή δεν θα είναι καλή.

Χρειάστηκαν τουλάχιστον σαράντα δευτερόλεπτα  όχι για να καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα αλλά για να βρεί τον τρόπο να  εκφράσει  αυτό που ήθελε να πει δίνοντας μια απάντηση.

"Μουσικά το αποτέλεσμα των πειραματισμών έχει ενδιαφέρον. Θα προτιμούσα πάντως να βίωνα μιαν άλλη περίοδο της τζαζ", σχολίασε παρατηρώντας το Γκιλέσπι ο οποίος εξακολουθούσε να έχει την προσοχή του στραμένη στο δίσκο με το καρπούζι.

"Να υποθέσω ότι θα μου πεις και την περίοδο"; ρώτησε στρέφωντας το βλέμμα σε μια εφημερίδα που είχε ξεμείνει λίγο παραπέρα.

"Την δεκαετία  του 40, τις αρχές τις δεκαετίας του ’50, όπου ονόματα όπως ο Charlie Parker,  ο Thelonius Monk  κι εσείς φέρατε κάτι καινούριο για τα δεδομένα της εποχής".

"Και γιατί παρακαλώ την εν λόγο περίοδο; Άλλωστε πολλοί άλλοι αυτοσχεδίασαν νωρίτερα ή και μετέπειτα" συμπλήρωσε έχοντας πλεόν πάρει την εφημερίδα στα χέρια του.

"Απλά γιατί αυτό που πετύχατε τότε ήταν προκλητικό, ήταν διαφορετικό ήταν μια επανάσταση κι αυτό το τελευταίο αρκεί".

"Ώστε σου αρέσουν οι επαναστάσεις", ύψωσε τον τόνο της φωνής του η οποία είχε αρχίσει προδίδει ένα αυξημένο ενδιαφέρον για την εξέλιξη της συζήτησης, "μάλλον βρίσκεσαι σε λάθος ρεπορτάζ  ή ίσως και όχι απλά θα χρειαστεί να περιμένεις αρκετά - ίσως κι έναν αιώνα - μέχρι να  προκύψουν άλλοι συσχετισμοί και καινούριες μουσικές νεαρέ μου. Πάντως, έχεις δίκιο για εκείνη την περίοδο, ήταν από τις καλύτερες ή μάλλον από εκείνες που θυμάμαι δίχως να πιέζω τη σκέψη μου για να ταξιδέψει εκεί.
Για την ακρίβεια με οδηγεί εκεί από μόνη της. Ο Τσάρλι (Πάρκερ) ήταν ιδαίτερος. Ήταν μοναδικός. Πήγαινες να τον συναντήσεις με μια παρτιτούρα και έφευγες με εννέα επιπλέον. Στον Τσάρλι σφύριζες ένα σκοπό και μόνο αυτό αρκούσε για να σου γράψει μια συναυλία διάρκειας τεσσάρων ωρών. Όσο για  τον Τέλ (παρατσούκλι του Τελόνους Μόνκ),   δεν μιλάγαμε ιδιαίτερα.
Έπαιρνε στα χέρια του τις παρτιτούρες μας, χανόταν σε μια γωνιά του δωματίου και επέστρεφε δέκα λεπτά αργότερα με όλες τις διορθώσεις επί χάρτου. Ήταν ο τεχνοκράτης της παρέας. Όταν έχεις να κάνεις με δυο τρελούς που αυτοσχεδιάζουν τον αυτοσχεδιασμό του προηγούμενου, χρειάζεται ένας τέτοιος τύπος. Είναι σαν να οδηγείς αεροπλάνο μέσα σε αμμοθύελα. Θα αυτοσχεδιάσεις, θα χρησιμοποιήσεις τη φαντασία κι όχι τα μάτια, θα παίξεις με τον άνεμο για να φτάσεις στον προορισμό σου κι ακόμα παραπέρα.
Χρειάζεσαι πάντα όμως κάποιον που θα κοιτάξει τα όργανα και θα σου πεί την ταχύτητα του ανέμου τη φορά του και στο τέλος θα σου δώσει το στίγμα του αεροδρομίου και θα τους πει να ανάψουν τα φώτα στο διάδρομο προσγείωσης.

Αυτός ακριβώς ήταν ο Τέλ. Ήταν άλλες εποχές εκείνες. Σε άφηναν να παίξεις κι αν άρεσε στον κόσμο η μουσική, η μπάντα σου έπαιζε ότι ήθελε.
Σήμερα πρέπει να το συζητήσεις με τους παραγωγούς, να ακούσεις τους διαφημιστές, να βρεις σπόνσορες και μετά να κάτσεις να γράψεις για να διασφαλίσεις ότι οι πολυεθνικές θα τυπώσουν τους δίσκους σου.
Ίσως να ήταν ο πόλεμος και το γεγονός ότι ο κόσμος αναζητούσε τρόπους για να διασκεδάσει,να χαλαρώσει και να ξεχάσει. Συνήθως οι επαναστάσεις φέρνουν τον πόλεμο ή και το αντίθετο, την ειρήνη.
Όμως στη δική μας περίπτωση έχεις δίκιο, ο πόλεμος στην Ευρώπη έδωσε ώθηση στη μουσική μας. Βοήθησε τη δική μας επανάσταση".


Ο Γκιλέσπι χαίδευε με τα ακροδάχτυλά του τα πλήκτρα τις τρομπέτας του, απέμεναν σαράντα λεπτά για την έναρξη της συναυλίας και ήταν σαφές ότι ο χρόνος δεν τον απασχολούσε ιδιαίτερα. Άλλωστε η τζαζ και τα χρονικά περιθώρια ποτέ δεν ταίριαξαν στην ίδια παρτιτούρα.
Στη τζαζ αυτό που μετράει είναι η εμβάθυνση, το παιχνίδι όχι με τις νότες αλλά με τα ημιτόνια, τις αντιστήξεις, το ταξίδι κι ο πειραματισμός. Το κάθε κομμάτι σπάνια είχε την ίδια εκτέλεση σε κάθε επόμενη εμφάνιση κι αυτό δεν αποτελούσε μέρος σχεδίου αλλά αυθόρμητη ενέργεια.
Ο καθένας από τη μπάντα θα μπορούσε ξεφύγει από την παρτιτούρα και να τζαμάρει ακολουθώντας τη φαντασία του ή τη διάθεσή του.
Αυτό ακριβώς συνέβαινε κι εκείνη τη στιγμή. Είχε αφεθεί, όχι στις ερωτήσεις και τη σπουδαιότητα της συνέντευξης – έτσι κι αλλιώς δεν είχε καν ξεκινήσει  – αλλά σε ένα διαφορετικό για εκείνον τρόπο επικοινωνίας. Δίχως νότες, με κάποιον πενήντα χρόνια νεότερό του και βεβαίως δίχως τη παρτιτούρα των ερωτήσεων.
Ο δημοσιογράφος έριξε μια κλεφτή ματιά στο ρολόι κι έσπρωξε το χέρι του στην πίσω τσέπη του παντελονιού του. Είχε ήδη αγγίξει το χαρτί με τις σημειώσεις και τις ερωτήσεις όμως πριν προλάβει να το τραβήξει, ο Γκιλέσπι πήρε το λόγο.

"Λοιπόν....ποιές είναι οι επαναστάσεις που εσύ αναζητάς";
Επανέφερε το χέρι στην αρχική του θέση και ίσως και με μια δόση ανακούφισης, αφού τώρα του δυνόταν η δυνατότητα συμμετοχής στο μονόλογο του βιρτουόζου τρομπετίστα. "Οι πραγματικές επαναστάσεις. Αυτές που ξεκινούν από μικρά σοκάκια, ξεχύνονται στις λεωφόρους, τις αγκαλιάζουν οι πολίτες και περνούν στην ιστορία" απάντησε.

"Μιλάς για τίς λεωφόρους γενικά.  Δεν μιλάς για τίς λεωφόρους της τζαζ. Ώστε θέλεις να γίνεις ιστορικός, να γράφεις  την ιστορία και  ίσως μια μέρα να τη διδάξεις κιόλας, σωστά"; συμπλήρωσε κοιτάζοντας ευθέως το συνομιλητή του.

"Όχι ακριβώς. Θα μου άρεσε να ταξιδέυω με την ιστορία, να αποκτούσα μια ιδιαίτερη σχέση μαζί της και νη βίωνα από κοντά ή κάπως έτσι. Δεν βρεθήκαμε όμως για να πούμε τα δικά μου απόψε".

"Μήπως έχεις κάποια πληροφορία που θα έπρεπε να γνωρίζω κι εγώ προτού ανέβω στη σκηνή"; σημείωσε χαμογελώντας αφήνωντας την τρομπέτα δίπλα του για να πάρει και πάλι μια φέτα καρπουζιού.

"Απλά, απόψε είχα την ευκαιρία να γνωρίσω από κοντά έναν από τους πρωτεργάτες των επαναστάσεων του παρελθόντος να μιλήσω μαζί του και να γράψω για αυτόν".

Ο υπεύθυνος σκηνής τους διέκοψε. Πλησίασε τον Γκιλέσπι λέγοντάς του ότι θα πρέπει να ετοιμαστεί.
"Βγαίνεται σε είκοσι λεπτά" ανέφερε και γυρνώντας στο δημοσιογράφο τόνισε σε έντονο ύφος "τρια λεπτά και τέλος".
"Θα μείνει μαζί μου μέχρι να βγώ και θα φροντίσεις να είναι εδώ κι όταν επιστρέψω" τον διέκοψε ο Γκιλέσπι και συνέχισε μιλώντας στο νεαρό σε πρώτο ενικό.

"Έχουν περάσει τριάντα τρια χρόνια από τότε, κι όμως, θυμάμαι κάθε ταξίδι και κάθε χώρα σαν να μην πέρασε στιγμή. Ήταν 1955. Έπαιζα σε ένα κλάμπ στη Νέα Υόρκη.
Εκείνη την περίοδο δεν υπήρχαν καλές και κακές ημέρες. Ο κόσμος έβγαινε καθημερινά. Η Αμερική είχε ξεπεράσει τις οικονομικές δυσκολίες, ο πόλεμος στην Ευρώπη ήταν παρελθόν για πάνω από μια δεκαετία. Η Νέα Υόρκη ήταν η μητρόπολη των ευκαιριών και το μαγαζί γέμιζε κάθε βράδυ.
Εγώ μόλις είχα εκδώσει το Afro. Μια δισκογραφική δουλειά που για πρώτη φορά εισήγαγε τον αφρικανικό ρυθμό στη Bop μουσική.
Η τζαζ μουσικές σκηνές, στη μεταπολεμική περίοδο, απευθύνονταν σε ένα ευρύτερο κοινό και όχι μόνο στα εύπορα οικονομικά στρώματα. Η εποχή της ποτοαπαγόρευσης που απέδωσε στη τζαζ τον όρο η μουσική των παράνομων και της μαφίας είχε μπει στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Παίζαμε εφτά μέρες τη βδομάδα. Έξω από το μαγαζί υπήρχαν ουρές, δεξιά κι αριστερά από την είσοδο, παράλληλα με το πεζοδρομίο. Ο κόσμος εκλιπαρούσε για ένα εισητήριο, αν δεν είχες όμως φροντίσει για αυτό τουλάχιστον ένα δεκαήμερο πριν.....δεν είχες καμία τύχη.
Υπήρχαν παντού και πάντα θαυμαστές και οπαδοί της μουσικής μου. Όμως αυτό που έζησα σε εκείνο το μαγαζί, τη συγκεκριμένη περίοδο ήταν πρωτόγνωρο και μοναδικό.


Υπήρχε ένας τύπος που ερχόταν τρεις φορές την εβδομάδα. Ήταν τρελός για τη τζαζ και πάντα, μετά το τέλος κάθε παράστασης, ερχόταν στα καμαρίνια για να συγχαρεί προσωπικά το κάθε μέλος της ορχήστρας μου. Αυτό συνέβαινε τρεις φορές την εβδομάδα, κάθε εβδομάδα και για όσο διαρκούσαν οι παραστάσεις.
Είχαμε συμπληρώσει τρεις μήνες παραστάσεων κι εκείνο το βράδυ ήρθε όπως κι όλα τα προηγούμενα για να με συγχαρεί.
Το όνομά του ήταν Adam Clayton Powell Jr και ήταν γερουσιαστής. Είχαμε γνωριστεί στο παρελθόν πριν ακόμα την εκλογή του στη Γερουσία. Διατηρούσε ένα σπίτι στο Χάρλεμ. Τρεις φορές την εβδομάδα είχε ρεπό από το Λευκό Οίκο κι έπαιρνε το αεροπλάνο από την Ουάσιγκτον μέχρι τη Νέα Υόρκη για να ακούσει τίς μουσικές μας και την άλλη μέρα, νωρίς το πρωί και πάλι πίσω στο Λευκό Οίκο.
Μαζί με τους μουσικούς του κολλήσαμε το παρατσούκλι, "the white house representative of Be bop" (ο εκπρόσωπος της Bop στο Λευκό Οίκο).
Λίγο πριν τελειώσει η σεζόν ο Adam ζήτησε να συζητήσουμε επάνω σε μια ιδέα που είχε. Επιθυμούσε να τη παρουσιάσει στο Λευκό Οίκο άλλα πρώτα ήθελε την εγκρισή μου. Ούτε που μπορούσα να φανταστώ ποιό ήταν το θέμα και πολύ περισσότερο γιατί χρειαζόταν την έγκρισή μου για δουλειά του Λευκού Οίκου. Ένας από τους μουσικούς μου, που άκουσε τη συζήτηση γύρισε και μου είπε : Να δείς ότι θα σου ζητήσουν να ξαναγράψεις  τον Εθνικό Ύμνο και βέβαίως όλοι γελούσαμε τα επόμενα δέκα λεπτά.

Βρεθήκαμε την επομένη το πρωί σε μια καφετέρια λίγο μακρύτερα από το θέατρο Σαβόι (Savoy theater) στη γωνία 34ης και λεωφόρου Αμερικής. Η συνάντηση ξεκίνησε στις 11 το πρωί και μέχρι τις 11:45 δεν είχα αρθρώσει λέξη. Ο Άνταμ μου εξηγούσε  την ιδέα του, το σκεπτικό, τις πιθανότητες αποδοχής από το Λευκό Οίκο και κυρίως το γιατί. Γιατί εγώ; γιατί η μουσική μου και οι μουσικοί μου";

Το ταξίδι δια στόματος Ντίζι πήγαινε όλο και πιο πίσω, ξεφυλίζοντας σελίδες μιας ιστορίας άγνωστης για μια εποχή που ένα πέπλο παγωνιάς κάλυψε τα βαλκάνια και την ανατολική ευρώπη.

"Ήδη από το 1947  -συνέχισε την κουβέντα του - είχε ξεκινήσει ο ψυχρός πόλεμος  μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής και Σοβιετικής Ένωσης. Σύμπτωση ...ξεσύμπτωση... η πρώτη μεγάλη κόντρα των δυο υπερδυνάμεων εκείνη την εποχή ξεκίνησε από τούτη εδώ τη γειτονιά.

Ο τότε πρόεδρος της Αμερικής Χάρι Τρούμαν στις 12 Μαρτίου 1947,  έριξε το βάρος των διπλωματικών του προσπαθειών για να εντάξει στη Δυτική Συμμαχία Ελλάδα και Τουρκία ώστε να αποφευχθεί η ένταξή τους στο Σοβιετικό μπλόκ. Η επόμενη μεγάλη αντιπαράθεση και με άμεση πλέον εμπλοκή της Αμερικής  και της Σοβιετικής Ένωσης ήταν στην Κορέα. Ένας πόλεμος που ξεκίνησε με τη μορφή του εμφυλίου και κατέληξε σε μια τριετή αντιπαράθεση των δυο  υπερδυνάμεων για την παγκόσμια κυριαρχία.
Ο ψυχρός πόλεμος τα είχε όλα. Ιδεολογικές αμφισβητήσεις, στρατιωτικές συμμαχίες, στρατιωτική και βιομηχανική κατασκοπεία, πηρυνικούς εξοπλισμούς, δολοφονίες.

Πλέον βρισκόμασταν στο 1954. Ο Χάρι Τρούμαν είχε αποσυρθεί από τη προεδρεία και ο Άνταμ Κλέιτον Πάουελ, που διαφωνούσε με τη μέχρι τότε εξωτερική πολιτική ήθελε να γυρίσει τη σελίδα.
Μια νέα σελίδα στην οποία ο ρόλος των κατασκόπων θα ήταν μικρότερος. Το πεντάγωνο θα έχανε μέρος των κονδυλίων προς όφελος ανθρωπιστικών προγραμμάτων ανά τον κόσμο.
Η εικόνα που υπήρχε για την Αμερική περιοριζόταν στην εξαγωγή όπλων και την εξαγορά συμμαχιών σε επίπεδο κυβερνήσεων  στο εξωτερικό. Θα έπρεπε να σταματήσει αυτή η τρέλα, θα έπρεπε να επιδείξουμε τι άλλο είχαμε. Κι εκεί ερχόμασταν στο δικό μας ρόλο.

Μουσική. Μια μουσική που δεν είχε κανένας άλλος. Τζαζ μουσική. Μια σειρά από περιοδείες τις οποίες θα οργάνωναν οι πρεσβείες μας στις χώρες που θα πηγαίναμε και μίλαγε για πολλές χώρες.
Εφόσον συμφωνούσα θα κατέθετε την πρόταση στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Γερουσίας. Είχε ήδη μιλήσει με την πλειοψηφία των μελών που στελέχωναν την επιτροπή και θεωρούσε βέβαιο πως η πρόταση θα γινόταν αποδεκτή.
Οι συναυλίες θα ξεκινούσαν τον επόμενο χρόνο δηλαδή το 1955 και θα ταξιδεύαμε στην Άπω Ανατολή, τη Μέση Ανατολή και στην Ευρώπη.


Θυμάμαι πολύ καθαρά εκείνη την ημέρα. Ο Άνταμ μιλούσε για σαρανταπέντε λεπτά και μόλις τελείωσε σήκωσε την κούπα του και ρούφηξε τον καφέ μονομιάς.
Ο καφές ήταν κρύος, αφού δεν είχε σταματήσει να μιλάει ούτε για ένα δευτερόλεπτο. Ήταν όμως ξεκάθαρο πως αυτό δεν τον απασχολούσε.
Η συνάντηση μας έγινε Τετάρτη πρωί. Μόλις ακούμπησε το φλυτζάνι στο τραπέζι, μου είπε πως μέχρι την Παρασκεύη που θα επέστρεφε, έπρεπε να έχω την απάντηση.

"Πρέπει να πεις ναι, πρέπει να δεχτείς την πρόταση. Είσαι ο καλλύτερος πρέσβης για αυτό" μου είπε. 

"Μα εγώ δεν ξέρω από πολιτική. Δεν έχω ασχοληθεί ποτέ με τα πολιτικά τι θα πω εγώ στον κόσμο εκεί έξω";

Σήκωσε την τρομπέτα σου και παίξε. Δεν χρειάζεται να ξέρεις από πολιτική, δεν θα χρειαστεί να βγάλεις λόγο σε κανέναν. Απλά δώσε τους την ευκαιρία να ακούσουν αυτό που ακούω κι εγώ τρεις φορές την εβδομάδα. Αυτό που με φέρνει τρεις φορές την εβδομάδα στην Νέα Υόρκη ή όπου αλλού παίζεις. 

Οι επόμενες δυο ημέρες ήταν οι μεγαλύτερες  της ζωής μου. Συζητούσαμε με τους μουσικούς, με τον ατζέντη, με την οικογένεια μου, με τους φίλους μου.
Στο σανίδι, οι αυτοσχεδιασμοί είχαν σταματήσει. Η παρτιτούρα λειτουργούσε σαν το Ευαγγέλιο. Κανείς δεν ξέφευγε από αυτήν. Με το που τελείωναν οι νότες, μας ακολουθούσε η σιωπή. Μόνο το χειροκρότημα του κοινού θύμιζε ότι βρισκόμασταν σε συναυλία.
Ήθελα να το κάνω, αλλά δεν εμπιστευόμουν τους πολιτικούς και φοβόμουν την πολιτική.
Ωστόσο ο Άνταμ δημιουργούσε ένα αίσθημα ασφάλειας και ειλικρίνειας. Ο πατέρας του, επίσης πολιτικός και λάτρης της τζαζ μουσικής είχε βοηθήσει αρκετά στο να διαμορφωθεί ένα θετικό κλίμα στα μαγαζιά της Νέας Υόρκης και να προωθηθεί η μουσική μας.

Ο υιός Άνταμ πέρα από το ότι είχε αγαπήσει αυτή τη μουσική, κατανοούσε και τη δύναμή της. Ο ίδιος πολιτεύοταν  στο Χάρλεμ μια συνοικία της Νέας Υόρκης που για να εκλεγείς έπρεπε να είσαι ο αρχηγός της μαφίας ή να είσαι μαύρος μέχρι το κόκαλο.
Ο Άνταμ δεν ήταν τίποτα από τα δυο. Κέρδισε όμως τους μαύρους ψηφοφόρους με ένα ευφυέστατο εύρημα. Έπρεπε να βρεί τρόπο να πείσει τους μαύρους κατοίκους του Χάρλεμ να πάνε να ακούσουν την ομιλία του. Με μια αφίσσα  ή ένα αυτοκίνητο με ντουντούκες στην οροφή τα αποτέλεσματα θα ήταν πενιχρά. Έτσι ο Άνταμ πάτησε στην αδυναμία των ψηφοφόρων του.
Οργάνωσε μια συναυλία στην οποία θα έπαιζε μια τζαζ μπάντα και στο τέλος εκτιμούσε ότι ο κόσμος θα έμενε για να ακούσει και την ομιλία του καλού πολιτικού που τους έδωσε την ευκαιρία να διασκεδάσουν.
Η μπάντα εκείνη ήταν η δική μου, δεν μπορούσα όμως να φανταστώ που θα μας οδηγούσε εκείνη η συνεργασία. Ο Άνταμ είχε καταλήξει σε ένα συμπέρασμα. Εφόσον η πλειοψηφία των μαύρων του Χάρλεμ τον έστειλαν στο Λευκό Οίκο επειδή τους έφερε το Γκιλέσπι στη γειτονιά τους, τότε το εγχείρημα θα πετύχαινε οπουδήποτε αλλού κι αν δοκιμαζόταν. Εντός ή ακόμα κι εκτός συνόρων".

 


                     *  *  *  *  *  *  *  *

 

 

Πολλά χρόνια αργότερα ένας καθηγητής πανεπιστημίου  στην  Αμερική αναζήτησε τα αίτια της επιτυχίας εκείνης της συναυλίας και κατέληξε σε ένα συμπέρασμα που προκαλεί γέλια αλλά είναι αλήθεια.
Η τζαζ μουσική και το μοντέλο πολιτικού λόγου στην Αμερική βασίζονται σε δυο κοινές αρχές.

Στην ακοή και την ελευθερία της έκφρασης.
Επιτυχημένος μουσικός στη τζαζ είναι εκείνος που ακούει τους γύρω κι αυτοσχεδιάζει περισσότερο από κάθε άλλον. Είναι απλό. Υπάρχει μια βάση από όπου ξεκινάς και ένα σημείο στο οποίο καταλήγεις. Το πως θα εμπλουτίσεις το μεσοδιάστημα για να κρατήσεις το κοινό και να τους διασκεδάσεις εξαρτάται από ε΄σενα τον ίδιο. Από τη δυνατότητα να ακούς τους μουσικούς, να πιάνει τις λεπτομέρειες και να τις αναπτύσεις.
Σε αυτές τις δυο αρχές βασίζεται και το μοντέλο του πολιτικού λόγου στη χώρα αυτή.
Επειδή ακριβώς δεν έχουν τίποτα συγκεκριμένο να πούν, ο αυτοσχεδιασμός είναι πρωτεύον συστατικό της επιτυχίας. Εφόσον ακούς κιόλας τους ψηφοφόρους και τα αιτήματά τους δεν έχεις παρά να αυτοσχεδιάσεις και να η μαγική συνταγή για το Λευκό Οίκο.

Οι μουσικοί μου είχαν ενθουσιαστεί στην ιδέα μιας παγκόσμιας περιοδείας κι ένιωθα ότι θα ήταν δύσκολο να τους πείσω για τις αναστολές μου.
Την Παρασκευή το βράδυ το μαγαζί ήταν γεμάτο. Ο Άνταμ Πάουελ πάντα έκανε κράτηση για δυο άτομα. Όμως τα τραπέζια είχαν γεμίσει κι αυτός δεν καθόταν πουθενά ανάμεσα στο κοινό. Από τη μια ένιωθα ανακούφιση. Η απουσία του σήμαινε περισσότερος χρόνος για σκέψη. Όσο όμως περνούσε η βραδιά κατάλαβα ότι είχα ήδη την απάντηση. Άρχισε να με ενοχλεί η απροειδοποίητη απουσία  κι ευχόμουν να μην έχει αλλάξει κάτι στην πρότασή του.
Εκείνο το βράδυ θυμάμαι επίσης ότι όσες φορές κι αν γύρισα να κοιτάξω τους μουσικούς την ώρα που παίζαμε αντίκρυζα ένα μάτσο κεφάλια στραμένα με τα μάτια  επάνω μου. Από τη μια άκρη της σκηνής μέχρι την άλλη, οι πάντες κοιτούσαν εμένα. Η αιτία ήταν προφανής, δεν παρατηρούσαν τον άνθρωπο πού ηγείτο της ορχήστρας αλλά μέσα από τα δικά μου τα μάτια προσπαθούσαν να κατανοήσουν πόσο κοντά βρισκόμουν στο  να αποδεχτώ το μεγάλο ταξίδι.
Έστρεψα και πάλι το βλέμμα μου στο κοινό και δεν ξανακοίταξα μείτε μουσικούς μείτε την ορχήστρα ούτε για μια στιγμή. Έκλεισα τα μάτια και συνέχισα να παίζω χαμένος σε ένα συνοθύλευμα σκέψεων όπου κυριαρχούσαν οι νότες της τρομπέτας, οι επιθυμία για το άγνωστο που με καλούσε, η διάθεση για αλλαγή, η πρόκληση να δοκιμάσω και να δοκιμαστώ από ένα διαφορετικό κοινό αλλά και ο φόβος της ανειλικρίνειας των πολιτικών και των σχεδίων τους.  
Με εκείνες τις σκέψεις  η βραδιά τελείωσε. Γυρίσαμε στα καμαρίνια και με το άνοιγμα τις πόρτας αντίκρυσα τον Άνταμ. Η ώρα είχε πάει μια και μισή και είχαμε ήδη μπεί στο Σάββατο.

 

 


"Έχεις καθυστερήσει την απάντησή σου κατά μια ημέρα" μου είπε χαμογελόντας.

"Άρα η πρόταση δεν ισχύει. Έτσι δεν είναι"; άρθρωσα έκπληκτος από τη παρουσία του εκεί.

"Η πρόταση θα ισχύει μέχρι να δεχτείς και για όσο θα είμαι στο Λευκό Οίκο" απάντησε.

"Ε τότε να σου απαντήσω τώρα, για να μη σε κρατάω από τη δουλειά σου. Νομίζω πως μπορούμε να το κάνουμε. Αν είναι μόνο μουσική, σίγουρα μπορούμε".  

 

Ο Λευκός Οίκος συμφώνησε αμέσως να χρηματοδοτήσει ένα πρόγραμμα που ονομάστηκε Διπλωματία του Ψυχρού Πολέμου (Cold War Diplomacy).
Η περιοδεία ξεκίνησε ένα χόνο αργότερα το 1956. Γυρίσαμε όλο τον κόσμο. Πάιξαμε σε πέντε διαφορετικές ηπείρους και το κοινό όπου κι αν βρισκόμασταν μας αποθέωναν.
Αντιδρούσαν λες και μεγάλωσαν με τη τζαζ, λες και δεν είχαμε διαβατήρια, λες και η Αμερική ήταν μια χώρα προσκόπων οι οποίοι μόνο καλά είχαν πράξει.
Από το Πακιστάν και το Ιράν βρεθήκαμε στο Λίβανο, ταξιδέψαμε οδικώς στη Συρία και συνεχίσαμε στην Τουρκία.
Οι συναυλίες ξεπερνούσαν κάθε μια την προηγούμενη σε επιτυχία. Με το που τελείωναμε το πλήθος περικύκλωνε τη σκηνή και δεν μας άφηναν να φύγουμε αν δεν παίζαμε τουλάχιστον τρια - τέσσερα κομμάτια.


Μέχρι που ήρθε η στιγμή να παίξουμε στην Αθήνα. Είχαμε μόλις ολοκληρώσει την εμφάνιση στην Άγκυρα και επιστρέφοντας στο ξενοδοχείο πήγα κατευθείαν στο δωμάτιό μου. Την επομένη θα φεύγαμε για την Αθήνα. Ήμουν πολύ κουρασμένος και ήθελα όσο τίποτα άλλο ένα ζεστό μπάνιο και ένα καλό ύπνο. Κρέμασα στην εξώπορτα του δωματίου την ένδειξη μην ενοχλείται και πριν καν απομακρυνθώ από το σημείο κάποιος χτυπούσε λες κι έφτανε η συντέλεια του κόσμου.
Φορώντας κάτι πρασινικόκινες καρό πυζάμες που θύμιζαν τραπεζομάντηλο ή καλλύτερα στολή κλόουν, έστεκε μπροστά μου ο Κουίνσι Τζόουνς.
Αν και μόλις εικοσιτριών ετών τότε, ο Κουίνσι ήταν από τους πλέον ταλαντούχους τρομπετίστες και συνθέτες της εποχής. Τον είχα εντάξει στην ορχήστρα σαν μουσικό διευθυντή, ταυτόχρονα με την ιδιότητα του τρομπετίστα.
Στο διάστημα της προετοιμασίας μας για τη περιοδεία είχε αναπτύξει στενή εώς και φιλική σχέση με τον Άνταμ Κλέιτον Πάουελ, κάτι το οποίο εξακολουθούσε αφού μιλούσαν συχνά στο τηλέφωνο.

Ο Άνταμ είχε μόλις από το Λευκό Οίκο όπου σκέφτονταν σοβαρά να ακυρώσουν την εμφάνισή μας στην Ελλάδα.
Η αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα είχε δεχθεί επίθεση από εκατοντάδες εξαγριωμένους έλληνες και κύπριους φοιτητές. Διαμαρτύρονταν για την πολιτική απόφαση της Ουάσιγκτον να υποστηρίξει της θέσεις και την πολιτική των Βρετανών στην Κύπρο.
Φοβούνταν κλιμάκωση της βίας και επεσήμαιναν ότι ακόμα κι η αστυνομία δεν έπαιρνε ξεκάθαρη θέση για τη διασφάλιση της σωματικής μας ακεραιότητας.

Ο Κουίνσι παρά το νεαρό της ηλικίας είχε κάτι χαρισματικό. Σπάνια έπεφτε έξω στις εκτιμήσεις του, είτε τον ρώταγες για τη μουσική της επόμενης δεκαετίας είτε για τον επόμενο αμερικανό πρόεδρο, είχε άποψη και σπάνια έπεφτε έξω. Από το Λευκό Οίκο μας είχαν πετάξει με έμμεσο τρόπο το μπαλάκι. Η τελική απόφαση θα λαμβάνονταν από τους ίδιους, ωστόσο έπρεπε να συμφωνήσουμε εκ των προτέρων έχοντας γνώση της κατάστασης και των κινδύνων που εγκυμονούσε.

"Εσύ τι του είπες; ρώτησα τον Κουίνσι για τη συνομιλία του με τον Άνταμ".

"Στείλτε τη μπάντα του Γκιλέσπι εκεί. Η μπάντα του μπορεί να χειριστεί την κατάσταση και το γνωρίζεις αυτό".


Την επομένη το πρωί βρισκόμασταν στην πτήση για την Αθήνα. Στο αεροδρόμιο οι αστυνομικοί ήταν περισσότεροι από όλους τους πολίτες που βρίσκονταν στο χώρο. Ίδια εικόνα και στη διαδρομή από το παραλιακή οδό προς το κέντρο της πόλης. Τα οχήματα συνοδείας ήταν περισσότερα από όλα τα οχήματα που συναντήσαμε καθ’οδόν στη διαδρομή μας.
Φτάνωντας στο ξενοδοχείο ζήτησα από τον τοπικό παραγωγό της συναυλίας να μου φέρει τις εφημερίδες στο δωμάτιό μου.
Σχεδόν κάθε εφημερίδα μας ανέφερε στην πρώτη σελίδα. Οι αναφορές όμως κάθε άλλο παρά θετικές ήταν.
"Οι αμερικανοί στέλνουν μουσικούς αντί για όπλα" ήταν ένα από τα πρωτοσέλιδα που θυμάμαι ακόμα. Τα είχαμε πάει απίστευτα καλά όπου κι αν εμφανιστήκαμε μέχρι εκείνη τη στιγμή.
Τέτοιου είδους μηνύματα και πρωτοσέλιδα στον τοπικό τύπο δεν είναι και το πιο ενθαρρυντικό στοιχείο. Μπορούσες να διακρίνεις το άγχος και την αγωνία στο πρόσωπο του καθενός μας. Φοβόμασταν για την εμφάνιση εκείνη λές και θα στεκόμασταν ατο εκτελεστικό απόσπασμα.
Εδώ όμως θα πρέπει να προσθέσεις και μια άλλη λεπτομέρεια για να κατανοήσεις την ψυχοσύνθεση των μουσικών εκείνης της μπάντας.

Η ορχήστρα απαρτιζόταν στο σύνολό της από μαύρους μουσικούς οι οποίοι πίσω στην Αμερική αντιμετώπιζαν τις ίδιες διακρίσεις με οποιονδήποτε άλλο έγχρωμο της χώρας. Όταν δεν ήταν στο σανίδι δεν είχαν καμία διαφορά και κανένα προνόμιο. Υπό αυτές τις συνθήκες, έπρεπε να πείσουν τους εαυτούς τους να παίξουν για ένα σκοπό που ελάχιστοι κατανοούσαν ή ακόμα κι αν τον κατανοούσαν δεν τον πίστευαν. Τη διπλωματία.

Ανεβήκαμε στη σκηνή και το πλήθος δεν διέφερε στο παραμικρό από τα πρόσωπα εκείνων που είχαμε δει στις φωτογραφίες των εφημερίδων να πετροβολούν και να σπάνε την αμερικανική πρεσβεία.
Εκατοντάδες νεαροί φοιτητές από την Κύπρο έκαναν αισθητή την παρουσία τους με το που εμφανιστήκαμε. Αρκετοί ήταν εκείνοι που μας αποδοκίμαζαν. Η ένταση κυριαρχούσε και ήταν από τις λίγες συναυλίες που απέφυγα επιμελώς να κοιτάξω στις εξέδρες.
Σχεδόν με αστραπιαίες κινήσεις βγάλαμε τρομπέτες, σαξόφωνα κι ότι άλλο δεν μας περίμενε στημένο στη σκηνή. Κοίταξα την ορχήστρα μέτρησα μέχρι το τρια κι αρχίσαμε να παίζουμε. Πέντε λεπτά αργότερα όλοι παραληρούσαν στους ρυθμούς του κομματιού. Με το που τελειώσαμε το πρώτο κομμάτι όλο τα στάδιο χειροκροτούσε. Με το που τελείωσε η συναυλία οι νεαροί που δυο ημέρες πριν είχαν βάλει στόχο την αμερικανική πρεσβεία, μας σήκωναν στα ουράνια. Πέταγαν στον αέρα τα καπέλα τους, ανέμιζαν τα σακάκια τους δεξιά κι αριστερά σφυρίζοντας με όλη τους τη δύναμη, ζητώντας κι άλλη μουσική. Στο τέλος ανέβηκαν στην εξέδρα με αγκάλιασαν, με σήκωσαν στους ώμους φωνάζοντας ρυθμικά «Ντίζι, Ντίζι, Ντίζι».   
 

 


Η κίνηση στο καμαρίνι του Γκιλέσπι δεν άφηνε περιθώρια για περαιτέρο κουβέντα. Όλα κι όλα απέμεναν δέκα λεπτά για την έξοδο της μπάντας στη σκηνή και ήδη οι ιαχές του κόσμου και το ρυθμικό χειροκρότημα δημιουργούσαν μια κατάσταση μέθης στη συμπεριφορά των μουσικών και των γκρούπις.
Ο ίδιος επιδεικνύοντας μια απίστευτη χαλαρότητα, έπιασε και πάλι την τρομπέτα πλησιάζοντάς την στα χείλη. Φούσκωσε τα μάγουλα του και αποδεσμεύοντας αργά τον αέρα έδωσε ένα παρατεταμένο Σι μινόρε. Συνέχισε με με μια σύντομη εκδοχή του Night in Tunisia κι έπειτα στάφηκε και πάλι στο νεαρό δημοσιογράφο.

"Ήταν η καλλύτερη συναυλία. Δεν ξέρω για τι επαναστάσεις μιλάς και πως τις φαντάζεσαι, δεν ξέρω πόσο βαθιά θέλεις να φτάσεις για να τις καλύψεις. Αυτό που ξέρω είναι πως αξίζει δοκιμάσεις όποιο κι αν είναι το κόστος, όσο μακριά κι αν χρειαστεί να φτάσεις. Έχουν μια αγριάδα μαζί με ομορφιά που σαγηνέυουν.

Εκείνο το βράδυ δεν ξέρω τι ακριβώς συνέβη και καταλήξαμε στους ώμους των θεατών.
Με όλα όσα ένιωσα πάντως φτάνω στο συμπέρασμα πως βρεθήκαμε μπροστά σε δεκαοχτάχρονους και εικοσάχρονους έτοιμους να επαναστατήσουν για αυτά που πρεσβεύαμε και τη εθνικότητα που κουβαλάγαμε. Τι άλλαξε; Γιατί έκαναν πίσω; Ακόμα το ψάχνω. Ο Κουίνσι Τζόουνς λέει ότι ήταν η μουσική μου. Εγώ λέω ότι ήταν η ειλικρίνειά μας. Δεν πήγαμε εκεί για να προσυλητίσουμε κανέναν, δεν σταθήκαμε απέναντί τους για να φωνάξουμε ζήτω η Αμερική αλλά για να παίξουμε αυτό για το οποίο είμασταν περήφανοι ως ορχήστρα.
Μια μουσική που μας πήρε χρόνια να την αποδεχθούν στη γειτονιά μας.
Κι όμως αυτή η μουσική έφτασε να γίνει ο πιο πετυχημένος διπλωμάτης στην περίοδο του ψυχρού πολέμου – σχολίασε αφήνοντας μιαν αίσθηση ότι, μάλλον απευθυνόταν περισσότερο στον εαυτό του.

Με μια απότομη κίνηση σαν να επανέφερε με μιας σώμα και σκέψεις στην πραγματικότητα της σημερινής συναυλίας, ο Γκιλέσπι σηκώθηκε από το καναπέ. Τέντωσε τα χέρια του και με αργούς ρυθμούς άρχισε να περιστρέφει το κεφάλι για περίπου τριάντα δεύτερα. Έπειτα κοίταξε την τρομπέτα του και απευθυνόμενος στο δημοσιογράφο είπε :

"Τότε δεν είμασταν μαζί αλλά της έχω μιλήσει για εκείνο το ταξίδι. Για την ακρίβεια της έχω μιλήσει για όλα μου τα ταξίδια, καθώς και για εκείνες πριν από αυτήν. Ευτυχώς δεν ήταν πολλές αλλιώς θα μου κράταγε μούτρα...ξέρεις πως είναι με τις γυναίκες. Το τελευταίο που θέλεις να σου συμβεί είναι να σου κρεμάσει τα μούτρα την ώρα που είσαι στη σκηνή. Αλλά αυτή δεν ζηλεύει. Έχει προσωπικότητα και το γνωρίζει για αυτό είμαστε μαζί" είπε πνίγοντας τις τελευταίες λέξεις της πρότασής του σε ένα παρατεταμένο, τρανταχτό γέλιο.

Χτύπησε το νεαρό στον ώμο κι απομακρύνθηκε προς την έξοδο. Θα κάνουμε τη συνέντευξη στο διάλλειμα ή προτιμάτε στο τέλος της συναυλίας ρώτησε όλο αγωνία εκείνος.

"Συνέντευξη ; Μα για τι πράγμα μιλάς; Είμαστε μαζί σχεδόν μιάμιση ώρα μαζί".
"Ναι αλλά εγώ δεν ρώτησα τίποτα. Ούτε μια ερώτηση δεν έθεσα κι εκτός αυτού το κασσετόφωνο...." τράβηξε με το δεξί του χέρι το μικρό κασσετοφωνάκι απο την τσέπη του πουκαμίσου του. Περιβαλλόταν από τη δερμάτινη θήκη του και με το άλλο χέρι τράβηξε μια μικρή σφραγισμένη κασσέτα από τη τσέπη του παντελονιού του.

Δεν είχε ηχογραφήσει το παραμικρό.

"Μπορεί να μην ρώτησες αλλά πήρες τις περισσότερες απαντήσεις από κάθε άλλον σε αυτήν τη περιοδεία. Όσο για την ηχογράφηση...δεν τη χρειάζεσαι. Βγες έξω μαζί μου, στάσου δίπλα από τη σκηνή, άκου τη μουσική και γράψε. Θα απαντήσω σε όλες τις ερωτήσεις σου. Απλά δώσε μου λίγα λεπτά να ανέβω εκεί πάνω" κι έδειξε υψώνοντας το δάχτυλο προς την κορυφή της σκάλας.


Η μπάντα είχε ανέβει στη σκηνή παίζοντας ήδη τις πρώτες νότες από το father time. Ο Γκιλέσπι ανέβηκε τα σκαλιά τις εξέδρας καταθέτοντας μια πρώτη άποψη για το τι εστί αυτοσχεδιασμός. Ο ήχος και ο τρόπος του ξεχώριζαν. Οι υπόλοιποι μουσικοί χαμήλωσαν την έντασή τους δίνοντας έτσι χώρο αλλά και τον απαραίτητο σεβασμό στον δάσκαλο όπως τον αποκαλούσαν.

 

 

 

Ο δημοσιογράφος ανέβηκε τα σκαλιά του καμαρινιού οδεύοντας κατευθείαν στη καντίνα του σταδίου.
Αγόρασε μια μπύρα, πλησίασε τις εξέδρες και στάθηκε σε μια απόσταση είκοσι μέτρων μακριά από τους θεατές και την εξέδρα με τους μουσικούς.

Στο κεφάλι του γύριζαν όλα εκείνα που άκουσε την τελευταία μιάμιση ώρα.
Ιστορίες είχε ακούσει πολλές και διάφορες κι από άλλους στο παρελθόν.
Άλλες από αυτές φανταστικές, άλλες γνωστές κι αληθινές.
Είχε μια ευκολία ίσως και χάρισμα στο να πλησιάζει τους ανθρώπους.  Να τους προκαλεί ένα οικείο αίσθημα και τους αφήνει να ξεδιπλώνονται. Ήξερε να ακούει. Δεν διέκοπτε τους συνομιλιτές του, ήταν ολιγόλογος, έκανε καίριες παρεμβάσεις, κεντρίζοντας έτσι το ενδιαφέρον.

Προσπαθούσε να τα βάλει όλα σε μια σειρά, να μη ξεχάσει ούτε μια φράση από όσα ειπώθηκαν σε εκείνο το καμαρίνι αλλά και να βρεί το τρόπο να τα δέσει για να γράψει το κομμάτι.

Έπρεπε να το παραδώσει στον αρχισυντάκτη του περιοδικού την επομένη το απόγευμα. Ένα κείμενο 1.200 λέξεων χτισμένο πάνω στη μουσική διαδρομή του βιρτουόζου τρομπετίστα.
Αν και η Bop σκηνή δεν είναι η πλέον χορευτική μουσική έκφραση της τζάζ, οι θεατές είχαν απολύτως υποταχθεί στα προστάγματα και τους ρυθμούς που επέβαλαν τα κρουστά και το μπάσο της ορχήστρας.

Η συναυλία κύλησε δίχως το πολυπόθητο για εκείνον διάλλειμα, αφού ο Γκιλέσπι - όπως συνήθιζε - επέλεξε να παίξουν ασταμάτητα για δυο ώρες και δέκα λεπτά.
Το παρατεταμένο χειροκρότημα του κοινού ήταν απλά η δικαιολογία για εκείνον ώστε να παραμείνει κι άλλο στη σκηνή. Η αυλαία έπεσε 25 λεπτά αργότερα. Τον ακολούθησε με το βλέμμα του στη διαδρομή  για τα καμαρίνια κι έκτοτε δεν τον ξαναείδε.

Σε ένα μικρό δωμάτιο των νοτίων προαστίων της Αθήνας, πέρασε το υπόλοιπο της βραδιάς μπροστά στην γραφομηχανή του χτυπώντας αραιά και που στα πλήκτρα λέξεις και φράσεις από την εξομολόγηση ενός "Πρέσβυ".

Τα χαρτιά διαδέχονταν το ένα το άλλο με γοργούς ρυθμούς κι ύστερα ,όλα κομμάτια, σε μια στίβα δίπλα του και πάλι από την αρχή.
Από τη μπαλκονόπορτα είδε τον ουρανό να κοκινίζει και λίγο αργότερα το χάραμα.

Χτύπησε τις τελευταίες λέξεις στο πληκτρολόγιο. Ένωσε τις τέσσερις σελίδες που χώρεσαν τις 1.200 λέξεις με ένα συνδετήρα και παράτησε το κείμενο πάνω στο κρεββάτι.

Η ώρα έδειχνε 06:05. Έφτιαξε έναν καφέ και προσπάθησε να χαλαρώσει, ξαπλώνοντας στο καναπέ, μπροστά στις όχι και τόσο καυτές πρωινές ηλιαχτίδες.

Τρεις ώρες αργότερα κίνησε για το περιοδικό . Παρέδωσε το κείμενο στον αρχισυντάκτη και μέχρι εκείνος να το διαβάσει, πήγε στη μηχανή του καφέ κι έφτιαξε έναν ακόμα προσπαθώντας να κρατήσει τα βλέφαρά του ανοιχτά.
Ο αρχισυντάκτης, όχι πάνω από τριάντα ετών ήταν πρόσχαρος και ανοιχτός χαρακτήρας. Είχε όμως τα ζόρια του, εμμονές διάφορες και κυρίως, δεν δεχόταν κάποιος από τους συντάκτες να αυτοσχεδιάζει.

Επιστρέφοντας στο γραφείο του, δεν χρειάστηκε καν να καθήσει στη καρέκλα. Έσπρωξε το πακέτο των τεσσάρων σελίδων προς το μέρος του, ενώ με το κεφάλι του έγνεψε όλη του την άρνηση και την απογοήτευση.

"Αν καταλαβαίνω καλά δεν ρώτησες το παραμικρό από ότι συζητήσαμε στη σύσκεψη" σχολίασε δίχως καν να του απευθύνει το βλέμα.

"Για την ακρίβεια δεν ρώτησα το παραμικρό γενικότερα. Ο Γκιλέσπι μίλαγε ακατάπαυστα επί μιάμιση ώρα, άρα...δεν είχα την ευκαιρία να θέσω κάποιο ερώτημα".

Συνέχισε λίγο ακόμα επιχειρώντας να πείσει για το ενδιαφέρον όσων ειπώθηκαν και για μια εναλλακτική προσέγγιση του θέματος μέσα από την Αθήνα του Γκιλέσπι στο πέρασμα του χρόνου.
Μάταια όμως.  Το κομμάτι έπρεπε να ξαναγραφτεί. Με συγκεκριμένη άποψη, με άλλη χρειά με βάση την παρτιτούρα της σύσκεψης.

Ο δημοσιογράφος κοίταξε το χώρο τριγύρω από το γραφείο του αρχισυντάκτη, κοίταξε το γραφείο το δικό του και για τα επόμενα δευτερόλεπτα χάθηκε σε ένα μάτσο από σκέψεις.
Είχε πάρει αυτή τη δουλειά αφού πέρασε πρώτα από το σύνολο των έντυπων μέσων της χώρας του για να εισπράξει, μόνο αρνητικές απαντήσεις.
Φτάνωντας στο περιοδικό αυτό τους παρέδωσε ένα κείμενο δυο χιλιάδων λέξεων με μια φανταστική ιστορία για έναν μουσικό της τζάζ στα σοκάκια της Νέας Ορλεάνης. Απέρριψαν το κείμενο λόγω του φανταστικού περιεχομένου, του πρότειναν ωστόσο να τον προσλάβουν αναγνωρίζοντας μια δεξιότητα στο γραπτό.

Η συνεργασία βρισκόταν στον τέταρτο μήνα ζωής κι εκείνη η μέρα έμελε να είναι και η τελευταία.
Προσπάθησε να αρθρώσει κάτι για την ειρωνεία της τύχης.
Ήρθε με μια ιστορία βγαλμένη από τη φαντασία του και τώρα που το φανταστικό γινόταν επιτέλους πραγματικό, εξακολουθούσε να μην μπορεί να το δημοσιεύσει.
Πήρε το κείμενο στα χέρια του, σηκώθηκε προσπαθώντας να ελέγξει τις σκέψεις, τα συναισθήματα, την κούραση, την αμηχανία αλλά και τη απογοήτευση του.
Είχε πάρει την απόφαση κι όμως κάπου στα χείλη οι λέξεις χάνονταν.
Διόλου περίεργο. Άλλωστε εκείνη η δουλειά ήταν και η μοναδική που του είχε προσφερθεί.
Μετά από πολύ καιρό, πολύ ψάξιμο και επίμονες προσπάθειες.
Σηκώθηκε από την καρέκλα, άφησε ένα χαμόγελο να σχηματιστεί στο πρόσωπό του και βημάτισε αργά προς την έξοδο.
Εκείνη ήταν και η τελευταία φορά που είδε τον αρχισυντάκτη του περιοδικού.
Γύρισε στο σπίτι. Κατέβασε τα ρολλά, έβαλε στο πικ απ, ένα δίσκο του Γκιλέσπι που διάλεξε στη τύχη και αποκοιμήθηκε στο καναπέ του σαλονιού υπό τους ήχους του Manteca. Ένα κομμάτι διάρκειας δεκαέξι λεπτών.

 

                                * * *

 


Οι επόμενοι μήνες ήταν δύσκολοι κι ωραίοι.  Άνευ αποδοχών αρθρογραφία σε εφημερίδες και κάποια ελάχιστα έσοδα από περιοδικά. Με έντονη αναζήτηση μιας μόνιμης εργασιακής σχέσης. Με εκατοντάδες ώρες ‘πτήσης’ πίσω από  κονσόλες ραδιοφωνικών σταθμών της πρωτεύουσας και πάνω από τις λεωφόρους της τζάζ. Με πολύ μουσική τις νύχτες,  περισσότερο αλκοόλ με γνωριμίες κι έρωτες που έσβηναν με τις πρωινές ηλιαχτίδες.

 

Το παρελθόν ξεφύλλιζε τις σελίδες του μια-μια. Είχε πιασει πολλές φορές τη σκέψη του να ταξιδεύει σε εκείνη τη γωνιά του χθές. Ήταν περίεργο κι όμως συνέβαινε κάθε φορά που κατευθυνόταν σε γνώριμους αλλά απρόβλεπτους τόπους. Η γνωριμία, η συνάντηση, ο διάλογος, η μουσική και ο αυτοσχεδιασμός του Γκιλέσπι λειτουργούσαν σαν ένα καθαρτήριο. Έναν υπεργήινο τόπο όπου σύμφωνα με τις γραφές των ρωμαιοκαθολικών, οι ψυχές παραμένουν για να καθαρίσουν πριν της είσοδό τους στον παράδεισο.

Μόνο που ο ίδιος δεν κατυθυνόταν στον παράδεισο αλλά στην πιο στριμωγμένη λωρίδα του πλανήτη.

Το ταξίδι  για τη Γάζα όδευε προς το τέλος.
Η ματιά του ήταν καρφωμένη στο δρόμο, ωστόσο το πάντρεμα των ήχων από το CD που έπαιζε στο αυτοκίνητο κατεύθυνε τις σκέψεις σε μια διαφορετική - συνάμα μακρινή, από εκείνη που θα αντιμετώπιζε τις επόμενες ώρες - πραγματικότητα.
  
Οι σκέψεις παραμέρισαν όταν στον ορίζοντα φάνηκαν οι δυο καμινάδες από τα εργοστάσια επεξεργασίας λυμάτων που έστεκαν στα σύνορα του Ισραήλ με τη Γάζα. Αριστερά από τις καμινάδες κοντά στο κέντρο της πόλης, μαύρος καπνός αναδύονταν και η φορά του ανέμου τον έσπρωχνε προς τα σύνορα.

Δυο αερόστατα τύπου ζέπελιν εφοδιασμένα με κάμερες και φακούς μεγάλου διαμετρήματος πετούσαν πάνω από τη μεθοριακή γραμμή καταγράφωντας τις κινήσεις από την άλλη πλευρά.
Ελικόπτερα τύπου "απάτσι" μπαινόβγαιναν στον εναέριο χώρο της Γάζας, ενώ μπροστά από το όχημα του, περίπου οχτώ φορτηγά με πλατφόρμες, ρυμουλκούσαν το διπλάσιο αριθμό αρμάτων μάχης προς τα σύνορα.
 
Άναψε ένα τελευταίο τσιγάρο, κατέβασε μια πιθαμή το παράθυρο, χαμήλωσε τη μουσική και οδήγησε αργά.
Είχε μπεί στο τελευταίο στάδιο για την προσγείωση στην πολεμική πραγματικότητα της περιοχής.

Άπλωσε το δεξί του χέρι για να μαζέψει ένα χαρτί που είχε ξεχωρήσει και τυπώσει λίγες ώρες νωρίτερα.
"Η Ένωση Ανταποκριτών Ξένου Τύπου, έλαβε ένα τηλεφώνημα από το αμερικανικό προξενείο Ιεροσολύμων, με το οποίο προειδοποιούν αμερικανούς και γενικότερα τους ξένους ανταποκριτές για πιθανές επιχειρήσεις απαγωγής από ένοπλες ομάδες.
Τις τελευταίες ημέρες ένοπλοι - πιθανότατα - μέλη της οργάνωσης "στρατός του Ισλάμ", παρακολουθούν τις εισόσους των ξενοδοχείων. Κάποιοι μάλιστα ζήτησαν στοιχεία για την παρουσία ξένων δημοσιογράφων από τους εργαζόμενους στα ξενοδοχεία".

Η επιστροφή στην πραγματικότητα ήταν πλέον καθολική. Πάρκαρε το αυτοκίνητο σε έναν υπαίθριο χώρο του συνοριακού περάσματος και φυλακίου. Πήρε από τις αποσκεύες ένα αλεξίσφαιρο γιλέκο που κρέμασε στην άκρη του ώμου του, ένα κράνος που το κρέμασε από το λουρί του στη ζώνη του παντελονιού και ένα σακίδιο που κρέμασε στην πλάτη του με μερικές αλλαξιές ρούχων δυο κινητά, ένα δορυφορικό τηλέφωνο, καθώς και ένα μικρό φορητό υπολογιστή.
Κλείδωσε το αυτοκίνητο και περπάτησε τα τελευταία 100 μέτρα που τον χώριζαν από το φυλάκιο του Έρεζ.


                  *  *  *  *  *  *  *  *  * 


Υ.Γ. Το κομμάτι αυτό γράφτηκε στη Γάζα στις 18/02/2008 και αποτέλεσε την αρχή για κάτι που θα εκδοθεί σύντομα.


 

 
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΒΙΝΤΕΟ
8/12/2010
The Peace and ...the Process Part 1
  Προβολή
7/12/2010
The Peace and ...the Process Part 2
  Προβολή
5/12/2010
Breaking The Silence 1/3
  Προβολή
Περισσότερα Βίντεο       
   Breaking The Silence 2/3
   Breaking The Silence 3/3
   American-Israeli tension over East Jerusalem policy
   Hebron Settlement April 2010
   Nabi Saleh
   Silwan
   Jordan River for ERT-Greece
   60 years of Israel 3
   60 years of Israel 2
   60 years of Israel 1
   Gaza Closure 2008
   Syria 3/6
   Syria 2/6
   Syria 1/6
  Περισσότερα Βίντεο  
 
 
 
Copyright © 2008 All Rights Reserved | Privacy Policy | Created by "Sheismartha Studios"